Η εξωτερική όψη των τοίχων ποικίλλεται με την παρεμβολή πλίνθων ανάμεσα στις
μεγάλες ακανόνιστες πέτρες. Στο εσωτερικό οι αγιογραφίες παρουσιάζουν κατά
τόπους και ιδίως στα κατώτερα τμήματα των τοίχων σημαντικές φθορές.
Μια επιγραφή, πάνω από την είσοδο, δίνει τον χρόνο που αγιογραφήθηκε - το 1332
επί βασιλείας Ανδρόνικου Παλαιολόγου - και τα ονόματα των ιερών αφιερωτών:
Θεόδωρος και Κωνσταντίνος Αναλυτής και Κωνσταντίνος Στειριώτης.
Τα εικονογραφικά θέματα διατάσσονται κατά το σύστημα της εποχής: στην αψίδα η
Πλατυτέρα (Παναγία) ένθρονη ανάμεσα στους δύο αρχαγγέλους και πιο κάτω ιεράρχες
που συλλειτουργούν. Στον ανατολικό τοίχο, οι Άγιοι Διάκονοι και ο Ευαγγελισμός και στην κορυφή το
Άγιο Μανδήλιο. Στην καμάρα και στο τύμπανο του δυτικού τοίχου Ευαγγελικές
σκηνές: Ανάληψη, Ανάσταση, Γέννηση, Κοίμηση της Θεοτόκου, Βάπτιση, Μεταμόρφωση,
Βαϊοφόρος και Σταύρωση.
Στους τοίχους και το μέτωπο της ενισχυτικής ζώνης μορφές μαρτύρων σε προτομή,
ολόσωμων Αγίων και προφητών και η παράσταση του Χριστού Παντοκράτορα και της
παναγίας σε στηθάριο που κρατούν οι Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ.
Η τέχνη των αγιογραφιών, όπως και η εικονογραφία, ακολουθούν γενικά τις αρχές
και τους τύπους της ζωγραφικής των Παλαιολόγων όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στα
μεγάλα καλλιτεχνικά κέντρα της εποχής, με τη φωτεινή πλαστικότητα των σοβαρών
και των μεστών προσώπων, όπου αποτυπώνονται οι ατομικοί χαρακτήρες των μορφών
και η τάση για ερμηνεία της ελληνικής ωραιότητας, με την ζωντάνια στην κίνηση
και στις στάσεις των εύρωστων σωμάτων που τυλίγουν σφικτά τα πλούσια σε
πλατειές πτυχώσεις φορέματα.
Παράλληλα, κάποια δυσαρμονία στη σχέση και στην αναλογία των μορφολογικών θεμάτων προς τα στοιχεία του χώρου και του τοπίου, που συχνά δηλώνονται συνοπτικά, η υπερβολική σε ύψος ανάπτυξη των παραστάσεων η δυσκαμψία στην κίνηση και, η με κάποια αμέλεια εκτέλεση, προδίδουν τον επαρχιακό χαρακτήρα της ζωγραφικής αυτής.


Το Έργο έχει ενταχθεί στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα "Κοινωνία της Πληροφορίας" του Γ' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και είναι συγχρηματοδοτούμενο, κατά 80% από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και 20% από Εθνικούς πόρους. Β' Φάση.